ακάλυπτος
•
- που δεν έχει καλυφθεί με κάποιο σκέπασμα, στέγη ή ρούχο Βικιλεξικό
- αφήνοντας εκτεθειμένο λίγο λευκό δέρμα του ποδιού πριν απ' τα μαύρα της μποτάκια, και χάιδευε το ακάλυπτο σημείο του ποδιού της ή κατέβαζε ανεπαισθήτως λίγο το μπατζάκι της. (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)
- που δεν έχει χτιστεί, δεν έχει καλυφθεί από κάποιο κτήριο Βικιλεξικό
- που δεν έχει καλυφθεί ώστε να προστατευτεί από εχθρικά πυρά Βικιλεξικό
- που δεν έχει καλυφθεί από κάποιον άλλον, δεν του έχει δοθεί προστασία από κάποιον Βικιλεξικό
- που δεν έχει καλυφθεί κατά τη συζήτηση-διαπραγμάτευση ενός θέματος Βικιλεξικό
- για θέσηπου δεν έχει συμπληρωθεί Βικιλεξικό
- για επιταγήπου δεν έχει αντίκρισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακάλυπτος < αρχαία ελληνική ἀκάλυπτος < ἀ- στερητικό + καλύπτω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακάλυπτος | ακάλυπτη | ακάλυπτο |
| Γενική | ακάλυπτου | ακάλυπτης | ακάλυπτου |
| Αιτιατική | ακάλυπτο | ακάλυπτη | ακάλυπτο |
| Κλητική | ακάλυπτε | ακάλυπτη | ακάλυπτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακάλυπτοι | ακάλυπτες | ακάλυπτα |
| Γενική | ακάλυπτων | ακάλυπτων | ακάλυπτων |
| Αιτιατική | ακάλυπτους | ακάλυπτες | ακάλυπτα |
| Κλητική | ακάλυπτοι | ακάλυπτες | ακάλυπτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →