Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακάλυπτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει καλυφθεί με κάποιο σκέπασμα, στέγη ή ρούχο Βικιλεξικό
    • αφήνοντας εκτεθειμένο λίγο λευκό δέρμα του ποδιού πριν απ' τα μαύρα της μποτάκια, και χάιδευε το ακάλυπτο σημείο του ποδιού της ή κατέβαζε ανεπαισθήτως λίγο το μπατζάκι της. (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)
  2. που δεν έχει χτιστεί, δεν έχει καλυφθεί από κάποιο κτήριο Βικιλεξικό
  3. που δεν έχει καλυφθεί ώστε να προστατευτεί από εχθρικά πυρά Βικιλεξικό
  4. που δεν έχει καλυφθεί από κάποιον άλλον, δεν του έχει δοθεί προστασία από κάποιον Βικιλεξικό
  5. που δεν έχει καλυφθεί κατά τη συζήτηση-διαπραγμάτευση ενός θέματος Βικιλεξικό
  6. για θέσηπου δεν έχει συμπληρωθεί Βικιλεξικό
  7. για επιταγήπου δεν έχει αντίκρισμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακάλυπτος < αρχαία ελληνική ἀκάλυπτος < ἀ- στερητικό + καλύπτω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακάλυπτοςακάλυπτηακάλυπτο
Γενικήακάλυπτουακάλυπτηςακάλυπτου
Αιτιατικήακάλυπτοακάλυπτηακάλυπτο
Κλητικήακάλυπτεακάλυπτηακάλυπτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακάλυπτοιακάλυπτεςακάλυπτα
Γενικήακάλυπτωνακάλυπτωνακάλυπτων
Αιτιατικήακάλυπτουςακάλυπτεςακάλυπτα
Κλητικήακάλυπτοιακάλυπτεςακάλυπτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →