ακάτιος
•
- ναυτικός όροςτο αμέσως μετά τον πρόβολο πρώτο κατάρτι των ιστιοφόρων πλοίων Βικιλεξικό
- ο ακάτιος αναφέρεται εφόσον υφίστανται περισσότερα του ενός κατάρτια
Ετυμολογία
ακάτιος < αρχαία ελληνική ἀκάτειος :* και ουσιαστικοποιημένο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →