ακέραστος
•
- που δεν του προσφέρθηκε κέρασμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακέραστος < α- + κερνώ + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακέραστος | ακέραστη | ακέραστο |
| Γενική | ακέραστου | ακέραστης | ακέραστου |
| Αιτιατική | ακέραστο | ακέραστη | ακέραστο |
| Κλητική | ακέραστε | ακέραστη | ακέραστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακέραστοι | ακέραστες | ακέραστα |
| Γενική | ακέραστων | ακέραστων | ακέραστων |
| Αιτιατική | ακέραστους | ακέραστες | ακέραστα |
| Κλητική | ακέραστοι | ακέραστες | ακέραστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →