ακέρωτος
•
- ο μη αλειμμένος με κερί Βικιλεξικό
- που δεν έχει πέσει πάνω του κερί, δεν έχει στάξει Βικιλεξικό
- που θάφτηκε χωρίς να του διαβαστεί νεκρώσιμη ακολουθία (χωρίς να αναφτούν κεριά) Βικιλεξικό
- που δεν έχει το χρώμα του κεριού Βικιλεξικό
- αστίλβωτος, αγυάλιστος Βικιλεξικό
- Όταν αγοράζουμε λεμόνια, αποφεύγουμε τα κερωμένα (τα οποία κατά κανόνα είναι εισαγόμενα). Είναι προτιμότερο να διαλέγουμε ακέρωτους καρπούς και μάλιστα βιολογικής γεωργίας. (*)
Ετυμολογία
ακέρωτος < α- (στερητικό) + κερώνω + -τος < κερί
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακέρωτος | ακέρωτη | ακέρωτο |
| Γενική | ακέρωτου | ακέρωτης | ακέρωτου |
| Αιτιατική | ακέρωτο | ακέρωτη | ακέρωτο |
| Κλητική | ακέρωτε | ακέρωτη | ακέρωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακέρωτοι | ακέρωτες | ακέρωτα |
| Γενική | ακέρωτων | ακέρωτων | ακέρωτων |
| Αιτιατική | ακέρωτους | ακέρωτες | ακέρωτα |
| Κλητική | ακέρωτοι | ακέρωτες | ακέρωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →