Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακέρωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο μη αλειμμένος με κερί Βικιλεξικό
  2. που δεν έχει πέσει πάνω του κερί, δεν έχει στάξει Βικιλεξικό
  3. που θάφτηκε χωρίς να του διαβαστεί νεκρώσιμη ακολουθία (χωρίς να αναφτούν κεριά) Βικιλεξικό
  4. που δεν έχει το χρώμα του κεριού Βικιλεξικό
  5. αστίλβωτος, αγυάλιστος Βικιλεξικό
    • Όταν αγοράζουμε λεμόνια, αποφεύγουμε τα κερωμένα (τα οποία κατά κανόνα είναι εισαγόμενα). Είναι προτιμότερο να διαλέγουμε ακέρωτους καρπούς και μάλιστα βιολογικής γεωργίας. (*)

Ετυμολογία

ακέρωτος < α- (στερητικό) + κερώνω + -τος < κερί

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακέρωτοςακέρωτηακέρωτο
Γενικήακέρωτουακέρωτηςακέρωτου
Αιτιατικήακέρωτοακέρωτηακέρωτο
Κλητικήακέρωτεακέρωτηακέρωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακέρωτοιακέρωτεςακέρωτα
Γενικήακέρωτωνακέρωτωνακέρωτων
Αιτιατικήακέρωτουςακέρωτεςακέρωτα
Κλητικήακέρωτοιακέρωτεςακέρωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →