Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακήδευτος

/aˈci.ðe.ftos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν κηδεύτηκε, θάφτηκε Βικιλεξικό
  2. θρησκείαπου ενταφιάστηκε προτού αρχίσει η κηδεία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακήδευτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκήδευτος < α- στερητικό + κηδεύω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακήδευτοςακήδευτηακήδευτο
Γενικήακήδευτουακήδευτηςακήδευτου
Αιτιατικήακήδευτοακήδευτηακήδευτο
Κλητικήακήδευτεακήδευτηακήδευτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακήδευτοιακήδευτεςακήδευτα
Γενικήακήδευτωνακήδευτωνακήδευτων
Αιτιατικήακήδευτουςακήδευτεςακήδευτα
Κλητικήακήδευτοιακήδευτεςακήδευτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →