ακίνητος
•
- που δεν κινείται Βικιλεξικό
- στεκόταν ακίνητος στην πόρτα για πολλή ώρα πριν αποφασίσει να μπει μέσα
- Πῶς μᾶς θωρεῖς ἀκίνητος;... Ποῦ τρέχει ὁ λογισμός σου, τὰ φτερωτά σου ὄνειρα;...
- σχετικός με τα ακίνητα (γη, οικόπεδα, σπίτια) Βικιλεξικό
- έχει μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία
Ετυμολογία
ακίνητος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκίνητος. Συγχρονικά αναλύεται σε α- στερητικό + κινητός (κινώ, κινη- + -τος)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακίνητος | ακίνητη | ακίνητο |
| Γενική | ακίνητου | ακίνητης | ακίνητου |
| Αιτιατική | ακίνητο | ακίνητη | ακίνητο |
| Κλητική | ακίνητε | ακίνητη | ακίνητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακίνητοι | ακίνητες | ακίνητα |
| Γενική | ακίνητων | ακίνητων | ακίνητων |
| Αιτιατική | ακίνητους | ακίνητες | ακίνητα |
| Κλητική | ακίνητοι | ακίνητες | ακίνητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →