Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακίνητος

/aˈci.ni.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν κινείται Βικιλεξικό
    • στεκόταν ακίνητος στην πόρτα για πολλή ώρα πριν αποφασίσει να μπει μέσα
    • Πῶς μᾶς θωρεῖς ἀκίνητος;... Ποῦ τρέχει ὁ λογισμός σου, τὰ φτερωτά σου ὄνειρα;...
  2. σχετικός με τα ακίνητα (γη, οικόπεδα, σπίτια) Βικιλεξικό
    • έχει μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία

Ετυμολογία

ακίνητος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκίνητος. Συγχρονικά αναλύεται σε α- στερητικό + κινητός (κινώ, κινη- + -τος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακίνητοςακίνητηακίνητο
Γενικήακίνητουακίνητηςακίνητου
Αιτιατικήακίνητοακίνητηακίνητο
Κλητικήακίνητεακίνητηακίνητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακίνητοιακίνητεςακίνητα
Γενικήακίνητωνακίνητωνακίνητων
Αιτιατικήακίνητουςακίνητεςακίνητα
Κλητικήακίνητοιακίνητεςακίνητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →