ακαής
•
- αυτός που δεν έχει καεί, άκαυτος Βικιλεξικό
- αυτός που δεν είναι δυνατόν να καεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακαής < α- στερητικό + καίω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακαής | ακαής | ακαές |
| Γενική | ακαούς | ακαούς | ακαούς |
| Αιτιατική | ακαή | ακαή | ακαές |
| Κλητική | ακαή / ακαής | ακαής | ακαές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακαείς | ακαείς | ακαή |
| Γενική | ακαών | ακαών | ακαών |
| Αιτιατική | ακαείς | ακαείς | ακαή |
| Κλητική | ακαείς | ακαείς | ακαή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →