Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακαής

/a.kaˈis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που δεν έχει καεί, άκαυτος Βικιλεξικό
  2. αυτός που δεν είναι δυνατόν να καεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακαής < α- στερητικό + καίω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαήςακαήςακαές
Γενικήακαούςακαούςακαούς
Αιτιατικήακαήακαήακαές
Κλητικήακαή / ακαήςακαήςακαές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαείςακαείςακαή
Γενικήακαώνακαώνακαών
Αιτιατικήακαείςακαείςακαή
Κλητικήακαείςακαείςακαή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →