ακαβάλητος
•
- που δεν έχει καβαλήσει ή δεν μπορεί να καβαλήσει κάποιο υποζύγιο (όπως άλογο) Βικιλεξικό
- που δεν τον έχουν καβαλήσει ή δεν μπορούν να τον καβαλήσουν (όωπς για υποζύγια) Βικιλεξικό
- μεταφορικάαγάμητος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακαβάλητος < α- στερητικό + καβαλάω, καβαλη- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακαβάλητος | ακαβάλητη | ακαβάλητο |
| Γενική | ακαβάλητου | ακαβάλητης | ακαβάλητου |
| Αιτιατική | ακαβάλητο | ακαβάλητη | ακαβάλητο |
| Κλητική | ακαβάλητε | ακαβάλητη | ακαβάλητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακαβάλητοι | ακαβάλητες | ακαβάλητα |
| Γενική | ακαβάλητων | ακαβάλητων | ακαβάλητων |
| Αιτιατική | ακαβάλητους | ακαβάλητες | ακαβάλητα |
| Κλητική | ακαβάλητοι | ακαβάλητες | ακαβάλητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →