Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακαδημαϊκότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του ακαδημαϊκού, του γενικού και θεωρητικού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακαδημαϊκότητα < ακαδημαϊκός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήακαδημαϊκότηταακαδημαϊκότητες
Γενικήακαδημαϊκότηταςακαδημαϊκοτήτων
Αιτιατικήακαδημαϊκότηταακαδημαϊκότητες
Κλητικήακαδημαϊκότηταακαδημαϊκότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →