Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακαδημαϊσμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αρχικά τεχνοκριτικός όροςη προσήλωση σε πρότυπα στην τέχνη (όπως ζωγραφική και γλυπτική), σύμφωνα με όσα διδάσκονταν στις (Ευρωπαϊκές) Ακαδημίες Τέχνης Βικιλεξικό
  2. αρνητικός όροςπροσήλωση σε κάποιες αρχές με αποτέλεσμα την έλλειψη πρωτοτυπίας, σχολαστικισμός, συντηρητισμός, εχθρότητα στον νεωτερισμό και ριζοσπαστισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακαδημαϊσμός < ακαδημία + -ισμός < αντιδάνειο του γαλλικού académisme

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήακαδημαϊσμόςακαδημαϊσμοί
Γενικήακαδημαϊσμούακαδημαϊσμών
Αιτιατικήακαδημαϊσμόακαδημαϊσμούς
Κλητικήακαδημαϊσμέακαδημαϊσμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →