ακαθοδήγητος
•
- που έχει μείνει χωρίς καθοδήγηση, που δεν τον δείχνει κανείς κατεύθυνση η διαδρομή Βικιλεξικό
- αν κάθεσαι ήσυχος, χαλαρός, με το νου ακαθοδήγητο, ποιος ξέρει ποιες ιδέες μπορεί να σου έρθουν
Ετυμολογία
ακαθοδήγητος < στερητικό α- + (καθοδηγώ) καθοδηγη- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακαθοδήγητος | ακαθοδήγητη | ακαθοδήγητο |
| Γενική | ακαθοδήγητου | ακαθοδήγητης | ακαθοδήγητου |
| Αιτιατική | ακαθοδήγητο | ακαθοδήγητη | ακαθοδήγητο |
| Κλητική | ακαθοδήγητε | ακαθοδήγητη | ακαθοδήγητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακαθοδήγητοι | ακαθοδήγητες | ακαθοδήγητα |
| Γενική | ακαθοδήγητων | ακαθοδήγητων | ακαθοδήγητων |
| Αιτιατική | ακαθοδήγητους | ακαθοδήγητες | ακαθοδήγητα |
| Κλητική | ακαθοδήγητοι | ακαθοδήγητες | ακαθοδήγητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →