Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακαθοδήγητος

/a.ka.θoˈði.ʝi.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει μείνει χωρίς καθοδήγηση, που δεν τον δείχνει κανείς κατεύθυνση η διαδρομή Βικιλεξικό
    • αν κάθεσαι ήσυχος, χαλαρός, με το νου ακαθοδήγητο, ποιος ξέρει ποιες ιδέες μπορεί να σου έρθουν

Ετυμολογία

ακαθοδήγητος < στερητικό α- + (καθοδηγώ) καθοδηγη- + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαθοδήγητοςακαθοδήγητηακαθοδήγητο
Γενικήακαθοδήγητουακαθοδήγητηςακαθοδήγητου
Αιτιατικήακαθοδήγητοακαθοδήγητηακαθοδήγητο
Κλητικήακαθοδήγητεακαθοδήγητηακαθοδήγητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαθοδήγητοιακαθοδήγητεςακαθοδήγητα
Γενικήακαθοδήγητωνακαθοδήγητωνακαθοδήγητων
Αιτιατικήακαθοδήγητουςακαθοδήγητεςακαθοδήγητα
Κλητικήακαθοδήγητοιακαθοδήγητεςακαθοδήγητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →