ακαμψία
•
- η ιδιότητα αυτού που διατηρεί το σχήμα του υπό εξωτερικές δυνάμεις, που δεν μπορεί κάποιος να τον λυγίσει ή να τον παραμορφώσει Βικιλεξικό
- οικονομίαη αδυναμία ενός τομέα να προσαρμοστεί σε αλλαγές στις οικονομικές συνθήκες Βικιλεξικό
- μεταφορικάη αδιαλλαξία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακαμψία < α- (στερητικό) + κάμψη • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακαμψία | ακαμψίες |
| Γενική | ακαμψίας | ακαμψιών |
| Αιτιατική | ακαμψία | ακαμψίες |
| Κλητική | ακαμψία | ακαμψίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →