ακανόνιστος
•
- ο ασύμμετρος, χωρίς τις αναμενόμενες αναλογίες σε χρόνους, μορφή, ρυθμό Βικιλεξικό
- ακανόνιστοι παλμοί καρδιάς, ακανόνιστα χαρακτηριστικά
- Πάλι η απόσταση μεταξύ πόθου, αδιαφορίας και απωθήσεως είναι μια τρίχα. Πάλι το ακανόνιστο και το ελαττωματικό διεγείρουν. (Σωτήρης Δημητρίου, Τα οπωροφόρα της Αθήνας, εκδ. Πατάκη, 2016)
- που δεν ακολουθεί ένα συγκεκριμένο μοτίβο Βικιλεξικό
- που δεν έχει τακτοποιηθεί, ο αρρύθμιστος Βικιλεξικό
- θρησκείαπου δεν συμφωνεί με τους κανόνες της εκκλησίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακανόνιστος < στερητικό α- + (κανονίζω) κανονισ- + -τος, ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική irrégulier) :* για τον θρησκευτικό όρο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκανόνιστος (< κανών κανόνας πίστης)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακανόνιστος | ακανόνιστη | ακανόνιστο |
| Γενική | ακανόνιστου | ακανόνιστης | ακανόνιστου |
| Αιτιατική | ακανόνιστο | ακανόνιστη | ακανόνιστο |
| Κλητική | ακανόνιστε | ακανόνιστη | ακανόνιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακανόνιστοι | ακανόνιστες | ακανόνιστα |
| Γενική | ακανόνιστων | ακανόνιστων | ακανόνιστων |
| Αιτιατική | ακανόνιστους | ακανόνιστες | ακανόνιστα |
| Κλητική | ακανόνιστοι | ακανόνιστες | ακανόνιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →