Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακανόνιστος

/a.kaˈno.ni.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο ασύμμετρος, χωρίς τις αναμενόμενες αναλογίες σε χρόνους, μορφή, ρυθμό Βικιλεξικό
    • ακανόνιστοι παλμοί καρδιάς, ακανόνιστα χαρακτηριστικά
    • Πάλι η απόσταση μεταξύ πόθου, αδιαφορίας και απωθήσεως είναι μια τρίχα. Πάλι το ακανόνιστο και το ελαττωματικό διεγείρουν. (Σωτήρης Δημητρίου, Τα οπωροφόρα της Αθήνας, εκδ. Πατάκη, 2016)
  2. που δεν ακολουθεί ένα συγκεκριμένο μοτίβο Βικιλεξικό
  3. που δεν έχει τακτοποιηθεί, ο αρρύθμιστος Βικιλεξικό
  4. θρησκείαπου δεν συμφωνεί με τους κανόνες της εκκλησίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακανόνιστος < στερητικό α- + (κανονίζω) κανονισ- + -τος, ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική irrégulier) :* για τον θρησκευτικό όρο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκανόνιστος (< κανών κανόνας πίστης)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακανόνιστοςακανόνιστηακανόνιστο
Γενικήακανόνιστουακανόνιστηςακανόνιστου
Αιτιατικήακανόνιστοακανόνιστηακανόνιστο
Κλητικήακανόνιστεακανόνιστηακανόνιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακανόνιστοιακανόνιστεςακανόνιστα
Γενικήακανόνιστωνακανόνιστωνακανόνιστων
Αιτιατικήακανόνιστουςακανόνιστεςακανόνιστα
Κλητικήακανόνιστοιακανόνιστεςακανόνιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →