Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακαπέλωτος

/a.kaˈpe.lo.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. μεταφορικάπου δεν τον έχουν καπελώσει, που τον έχουν αφήσει ανεξάρτητο και όχι δέσμιο κομματικών γραμμών Βικιλεξικό
    • Τη συγκέντρωση των αγανακτισμένων την θέλουμε ακαπέλωτη γι' αυτό μαζέψτε το πανό σας και δρόμο
  2. οικείοπου δεν φοράει καπέλο Βικιλεξικό
  3. που δεν έχει υπερτιμηθεί με φέσι στην τιμή, που έχει λογική τιμή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακαπέλωτος < α- στερητικό + καπελώ(νω) + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαπέλωτοςακαπέλωτηακαπέλωτο
Γενικήακαπέλωτουακαπέλωτηςακαπέλωτου
Αιτιατικήακαπέλωτοακαπέλωτηακαπέλωτο
Κλητικήακαπέλωτεακαπέλωτηακαπέλωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαπέλωτοιακαπέλωτεςακαπέλωτα
Γενικήακαπέλωτωνακαπέλωτωνακαπέλωτων
Αιτιατικήακαπέλωτουςακαπέλωτεςακαπέλωτα
Κλητικήακαπέλωτοιακαπέλωτεςακαπέλωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →