ακαπέλωτος
•
- μεταφορικάπου δεν τον έχουν καπελώσει, που τον έχουν αφήσει ανεξάρτητο και όχι δέσμιο κομματικών γραμμών Βικιλεξικό
- Τη συγκέντρωση των αγανακτισμένων την θέλουμε ακαπέλωτη γι' αυτό μαζέψτε το πανό σας και δρόμο
- οικείοπου δεν φοράει καπέλο Βικιλεξικό
- που δεν έχει υπερτιμηθεί με φέσι στην τιμή, που έχει λογική τιμή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακαπέλωτος < α- στερητικό + καπελώ(νω) + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακαπέλωτος | ακαπέλωτη | ακαπέλωτο |
| Γενική | ακαπέλωτου | ακαπέλωτης | ακαπέλωτου |
| Αιτιατική | ακαπέλωτο | ακαπέλωτη | ακαπέλωτο |
| Κλητική | ακαπέλωτε | ακαπέλωτη | ακαπέλωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακαπέλωτοι | ακαπέλωτες | ακαπέλωτα |
| Γενική | ακαπέλωτων | ακαπέλωτων | ακαπέλωτων |
| Αιτιατική | ακαπέλωτους | ακαπέλωτες | ακαπέλωτα |
| Κλητική | ακαπέλωτοι | ακαπέλωτες | ακαπέλωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →