ακαπήλευτος
•
- που δεν τον έχουν καπηλευτεί, ιδιοποιηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακαπήλευτος < α στερητικό και καπηλεύομαι
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακαπήλευτος | ακαπήλευτη | ακαπήλευτο |
| Γενική | ακαπήλευτου | ακαπήλευτης | ακαπήλευτου |
| Αιτιατική | ακαπήλευτο | ακαπήλευτη | ακαπήλευτο |
| Κλητική | ακαπήλευτε | ακαπήλευτη | ακαπήλευτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακαπήλευτοι | ακαπήλευτες | ακαπήλευτα |
| Γενική | ακαπήλευτων | ακαπήλευτων | ακαπήλευτων |
| Αιτιατική | ακαπήλευτους | ακαπήλευτες | ακαπήλευτα |
| Κλητική | ακαπήλευτοι | ακαπήλευτες | ακαπήλευτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →