ακαρδία
•
- ιατρικήη έλλειψη καρδιάς σε νεογνό Βικιλεξικό
- μεταφορικάέλλειψη γενναιότητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακαρδία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική acardie. Δείτε τη υστερολατινική acardia ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) < a- στερητικό + -cardia < αρχαία ελληνική ἀ- + καρδία. Μορφολογικά αναλύεται σε α- + καρδ(ιά) + -ία. Δείτε και το μεσαιωνικό ἀκαρδία.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακαρδία | ακαρδίες |
| Γενική | ακαρδίας | ακαρδιών |
| Αιτιατική | ακαρδία | ακαρδίες |
| Κλητική | ακαρδία | ακαρδίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →