Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακατάγγελτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν τον έχουν καταγγείλει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακατάγγελτος < ελληνιστική κοινή ἀκατάγγελτος < αρχαία ελληνική καταγγέλλω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακατάγγελτοςακατάγγελτηακατάγγελτο
Γενικήακατάγγελτουακατάγγελτηςακατάγγελτου
Αιτιατικήακατάγγελτοακατάγγελτηακατάγγελτο
Κλητικήακατάγγελτεακατάγγελτηακατάγγελτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακατάγγελτοιακατάγγελτεςακατάγγελτα
Γενικήακατάγγελτωνακατάγγελτωνακατάγγελτων
Αιτιατικήακατάγγελτουςακατάγγελτεςακατάγγελτα
Κλητικήακατάγγελτοιακατάγγελτεςακατάγγελτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →