Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακατάληπτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν είναι δυνατόν να τον καταλάβεις Βικιλεξικό
    • μιλούσε σε μια ακατάληπτη γλώσσα

Ετυμολογία

ακατάληπτος < ελληνιστική κοινή ἀκατάληπτος (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική ἀκατάληπτος < ἀ- + καταληπτός < καταλαμβάνω < κατά + λαμβάνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακατάληπτοςακατάληπτηακατάληπτο
Γενικήακατάληπτουακατάληπτηςακατάληπτου
Αιτιατικήακατάληπτοακατάληπτηακατάληπτο
Κλητικήακατάληπτεακατάληπτηακατάληπτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακατάληπτοιακατάληπτεςακατάληπτα
Γενικήακατάληπτωνακατάληπτωνακατάληπτων
Αιτιατικήακατάληπτουςακατάληπτεςακατάληπτα
Κλητικήακατάληπτοιακατάληπτεςακατάληπτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →