Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακατάνυκτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου δείχνει έλλειψη κατάνυξης ή συγκίνησης απέναντι σε θρησκευτικό ή άλλο βίωμα Βικιλεξικό
  2. λόγιοπου δεν προκαλεί κατάνυξη ή συγκίνηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακατάνυκτος < ελληνιστική κοινή ἀκατάνυκτος (→ δείτε τη λέξη (ελληνιστική κοινή) ἀκατανυκτί) < αρχαία ελληνική κατανύσσω < νύσσω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακατάνυκτοςακατάνυκτηακατάνυκτο
Γενικήακατάνυκτουακατάνυκτηςακατάνυκτου
Αιτιατικήακατάνυκτοακατάνυκτηακατάνυκτο
Κλητικήακατάνυκτεακατάνυκτηακατάνυκτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακατάνυκτοιακατάνυκτεςακατάνυκτα
Γενικήακατάνυκτωνακατάνυκτωνακατάνυκτων
Αιτιατικήακατάνυκτουςακατάνυκτεςακατάνυκτα
Κλητικήακατάνυκτοιακατάνυκτεςακατάνυκτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →