Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακατάστατος

/a.kaˈta.sta.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δε βρίσκεται σε τάξη, ο ατακτοποίητος Βικιλεξικό
    • Το δωμάτιο του Αντρέα είναι ακατάστατο. Πρέπει, επιτέλους, να το τακτοποιήσειˈ'
  2. για ανθρώπουςπου δε συνηθίζει να βάζει σε τάξη, να τακτοποιεί τα πράγματά του ή ό,τι υπάρχει στους χώρους όπου ζει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακατάστατος < αρχαία ελληνική ἀκατάστατος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακατάστατοςακατάστατηακατάστατο
Γενικήακατάστατουακατάστατηςακατάστατου
Αιτιατικήακατάστατοακατάστατηακατάστατο
Κλητικήακατάστατεακατάστατηακατάστατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακατάστατοιακατάστατεςακατάστατα
Γενικήακατάστατωνακατάστατωνακατάστατων
Αιτιατικήακατάστατουςακατάστατεςακατάστατα
Κλητικήακατάστατοιακατάστατεςακατάστατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →