Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακατάσχετος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν μπορεί να συγκρατηθεί, να σταματήσει Βικιλεξικό
    • ακατάσχετη φλυαρία
  2. που δεν μπορεί να κατασχεθεί· που δεν έχει κατασχεθεί Βικιλεξικό
    • σύμφωνα με το νόμο ο μισθός είναι ακατάσχετος

Ετυμολογία

ακατάσχετος < ελληνιστική ἀκατάσχετος < ἀ- (στερητικό) + κατέσχον, αόριστος β' του κατέχω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακατάσχετοςακατάσχετηακατάσχετο
Γενικήακατάσχετουακατάσχετηςακατάσχετου
Αιτιατικήακατάσχετοακατάσχετηακατάσχετο
Κλητικήακατάσχετεακατάσχετηακατάσχετο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακατάσχετοιακατάσχετεςακατάσχετα
Γενικήακατάσχετωνακατάσχετωνακατάσχετων
Αιτιατικήακατάσχετουςακατάσχετεςακατάσχετα
Κλητικήακατάσχετοιακατάσχετεςακατάσχετα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →