Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακατήχητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν κατηχήθηκε, που δεν μυήθηκε Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακατήχητος < ελληνιστική κοινή ἀκατήχητος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακατήχητοςακατήχητηακατήχητο
Γενικήακατήχητουακατήχητηςακατήχητου
Αιτιατικήακατήχητοακατήχητηακατήχητο
Κλητικήακατήχητεακατήχητηακατήχητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακατήχητοιακατήχητεςακατήχητα
Γενικήακατήχητωνακατήχητωνακατήχητων
Αιτιατικήακατήχητουςακατήχητεςακατήχητα
Κλητικήακατήχητοιακατήχητεςακατήχητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →