ακαταδίωκτο
•
- το να μην καταδιώκεται κάποιος, η ιδιότητα του ακαταδίωκτου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακαταδίωκτο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ακαταδίωκτος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακαταδίωκτο | ακαταδίωκτα |
| Γενική | ακαταδίωκτου | ακαταδίωκτων |
| Αιτιατική | ακαταδίωκτο | ακαταδίωκτα |
| Κλητική | ακαταδίωκτο | ακαταδίωκτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →