ακαταδίωκτος
•
- που δεν έχει καταδιωχτεί ή δεν μπορεί να καταδιωχτεί Βικιλεξικό
- νομικός όροςπου δεν του έχει ασκηθεί ποινική δίωξη ή την έχει διαφύγει Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοακαταδίωκτο: το να είναι κάποιος ακαταδίωκτος Βικιλεξικό
- Το κυριότερο όμως είναι ότι γύρω από άτομα που ζουν στους… απροσπέλαστους καταυλισμούς δημιουργείται ένα ολόκληρο «σύστημα προστασίας». Κι αυτό γιατί διαθέτουν -και την περίοδο της κρίσης- μεγάλα χρηματικά ποσά από την εγκληματική δραστηριότητά τους. Έτσι ώστε να συνεχίζουν το εμπόριο ναρκωτικών και να ενισχύουν την αίσθηση ακαταδίωκτου. (*)
Ετυμολογία
ακαταδίωκτος < α- + καταδιώκω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακαταδίωκτος | ακαταδίωκτη | ακαταδίωκτο |
| Γενική | ακαταδίωκτου | ακαταδίωκτης | ακαταδίωκτου |
| Αιτιατική | ακαταδίωκτο | ακαταδίωκτη | ακαταδίωκτο |
| Κλητική | ακαταδίωκτε | ακαταδίωκτη | ακαταδίωκτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακαταδίωκτοι | ακαταδίωκτες | ακαταδίωκτα |
| Γενική | ακαταδίωκτων | ακαταδίωκτων | ακαταδίωκτων |
| Αιτιατική | ακαταδίωκτους | ακαταδίωκτες | ακαταδίωκτα |
| Κλητική | ακαταδίωκτοι | ακαταδίωκτες | ακαταδίωκτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →