Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακαταδίωκτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει καταδιωχτεί ή δεν μπορεί να καταδιωχτεί Βικιλεξικό
  2. νομικός όροςπου δεν του έχει ασκηθεί ποινική δίωξη ή την έχει διαφύγει Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοακαταδίωκτο: το να είναι κάποιος ακαταδίωκτος Βικιλεξικό
    • Το κυριότερο όμως είναι ότι γύρω από άτομα που ζουν στους… απροσπέλαστους καταυλισμούς δημιουργείται ένα ολόκληρο «σύστημα προστασίας». Κι αυτό γιατί διαθέτουν -και την περίοδο της κρίσης- μεγάλα χρηματικά ποσά από την εγκληματική δραστηριότητά τους. Έτσι ώστε να συνεχίζουν το εμπόριο ναρκωτικών και να ενισχύουν την αίσθηση ακαταδίωκτου. (*)

Ετυμολογία

ακαταδίωκτος < α- + καταδιώκω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαταδίωκτοςακαταδίωκτηακαταδίωκτο
Γενικήακαταδίωκτουακαταδίωκτηςακαταδίωκτου
Αιτιατικήακαταδίωκτοακαταδίωκτηακαταδίωκτο
Κλητικήακαταδίωκτεακαταδίωκτηακαταδίωκτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαταδίωκτοιακαταδίωκτεςακαταδίωκτα
Γενικήακαταδίωκτωνακαταδίωκτωνακαταδίωκτων
Αιτιατικήακαταδίωκτουςακαταδίωκτεςακαταδίωκτα
Κλητικήακαταδίωκτοιακαταδίωκτεςακαταδίωκτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →