Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακαταδεξιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του ακατάδεχτου, το να μη δέχεται κάποιος κάτι που του προσφέρουν Βικιλεξικό
    • Τράβηξαν ολόισια στην αυγή με την ακαταδεξιά του ανθρώπου πού πεινάει (Γιάννης Ρίτσος, Ρωμιοσύνη)

Ετυμολογία

ακαταδεξιά < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήακαταδεξιάακαταδεξιές
Γενικήακαταδεξιάςακαταδεξιών
Αιτιατικήακαταδεξιάακαταδεξιές
Κλητικήακαταδεξιάακαταδεξιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →