Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακαταμέριστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει καταμεριστεί ή δεν είναι δυνατόν να καταμεριστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακαταμέριστος < α- + καταμερίζω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαταμέριστοςακαταμέριστηακαταμέριστο
Γενικήακαταμέριστουακαταμέριστηςακαταμέριστου
Αιτιατικήακαταμέριστοακαταμέριστηακαταμέριστο
Κλητικήακαταμέριστεακαταμέριστηακαταμέριστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαταμέριστοιακαταμέριστεςακαταμέριστα
Γενικήακαταμέριστωνακαταμέριστωνακαταμέριστων
Αιτιατικήακαταμέριστουςακαταμέριστεςακαταμέριστα
Κλητικήακαταμέριστοιακαταμέριστεςακαταμέριστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →