Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακαταπτόητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει καταπτοηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακαταπτόητος < ελληνιστική κοινή ἀκαταπτόητος < καταπτοέω / καταπτοῶ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαταπτόητοςακαταπτόητηακαταπτόητο
Γενικήακαταπτόητουακαταπτόητηςακαταπτόητου
Αιτιατικήακαταπτόητοακαταπτόητηακαταπτόητο
Κλητικήακαταπτόητεακαταπτόητηακαταπτόητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαταπτόητοιακαταπτόητεςακαταπτόητα
Γενικήακαταπτόητωνακαταπτόητωνακαταπτόητων
Αιτιατικήακαταπτόητουςακαταπτόητεςακαταπτόητα
Κλητικήακαταπτόητοιακαταπτόητεςακαταπτόητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →