Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακατασκεύαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει κατασκευαστεί ακόμα Βικιλεξικό
    • γίνονται πολλά ατυχήματα στο ακατασκεύαστο τμήμα του δρόμου

Ετυμολογία

ακατασκεύαστος < ἀκατασκεύαστος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακατασκεύαστοςακατασκεύαστηακατασκεύαστο
Γενικήακατασκεύαστουακατασκεύαστηςακατασκεύαστου
Αιτιατικήακατασκεύαστοακατασκεύαστηακατασκεύαστο
Κλητικήακατασκεύαστεακατασκεύαστηακατασκεύαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακατασκεύαστοιακατασκεύαστεςακατασκεύαστα
Γενικήακατασκεύαστωνακατασκεύαστωνακατασκεύαστων
Αιτιατικήακατασκεύαστουςακατασκεύαστεςακατασκεύαστα
Κλητικήακατασκεύαστοιακατασκεύαστεςακατασκεύαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →