Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακαταστάλακτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βλέπε ακαταστάλαχτος Βικιλεξικό
    • Οι γυναίκες δεν εγκαταλείπουν έναν μέθυσο τόσο συχνά όσο λέγεται. Ο μέθυσος, όντας ακαταστάλακτος χαρακτήρας, μπορεί πάντοτε να βρει μιαν άλλη· εξ άλλου υπάρχει και το μητρικό αίσθημα που συνήθως γεννά στις γυναίκες, καθώς και το σεξουαλικό ενδιαφέρον, αφού κάθε φορά είναι διαφορετικός άνθρωπος. (Κατερίνα Σχοινά, Μυστικά του συρταριού. Η τέχνη και οι τεχνίτες της ημερολογιακής γραφής, εκδ. Πατάκη, 2017)
    • Δε μιλούσε κανείς. Ο Ματίας κούρνιαζε κάτω από το κουβούκλιο κυριευμένος από μια εσωτερική, ακαταστάλακτη ταραχή. Ο κύρης του έδειχνε απρόβλεπτος, κανείς δεν μπορούσε να είναι βέβαιος πού θα τους έσερνε εκείνο το βράδυ στο μεθύσι του. (Ισίδωρος Ζουργός, Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο, εκδ. Πατάκη, 2016)

Ετυμολογία

ακαταστάλακτος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαταστάλακτοςακαταστάλακτηακαταστάλακτο
Γενικήακαταστάλακτουακαταστάλακτηςακαταστάλακτου
Αιτιατικήακαταστάλακτοακαταστάλακτηακαταστάλακτο
Κλητικήακαταστάλακτεακαταστάλακτηακαταστάλακτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαταστάλακτοιακαταστάλακτεςακαταστάλακτα
Γενικήακαταστάλακτωνακαταστάλακτωνακαταστάλακτων
Αιτιατικήακαταστάλακτουςακαταστάλακτεςακαταστάλακτα
Κλητικήακαταστάλακτοιακαταστάλακτεςακαταστάλακτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →