ακατηγόρητος
•
- που δεν έχει κατηγορηθεί για κάποιο σφάλμα ή παράπτωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακατηγόρητος < (ελληνιστική κοινή) ἀκατηγόρητος < ἀ- στερητικό + κατηγορέω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακατηγόρητος | ακατηγόρητη | ακατηγόρητο |
| Γενική | ακατηγόρητου | ακατηγόρητης | ακατηγόρητου |
| Αιτιατική | ακατηγόρητο | ακατηγόρητη | ακατηγόρητο |
| Κλητική | ακατηγόρητε | ακατηγόρητη | ακατηγόρητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακατηγόρητοι | ακατηγόρητες | ακατηγόρητα |
| Γενική | ακατηγόρητων | ακατηγόρητων | ακατηγόρητων |
| Αιτιατική | ακατηγόρητους | ακατηγόρητες | ακατηγόρητα |
| Κλητική | ακατηγόρητοι | ακατηγόρητες | ακατηγόρητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →