Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακεραιότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η απόλυτη εντιμότητα μιας προσωπικότητας Βικιλεξικό
    • Ο Χάρτης δεν θίγει ουδαμώς το δικαίωμα των κρατών μελών να νομοθετούν στον τομέα της δημόσιας ηθικής, του οικογενειακού δικαίου καθώς και της προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του σεβασμού της ανθρώπινης σωματικής και ηθικής ακεραιότητας. (Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, C 202/358, 7/6/2016 https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:12016L/AFI/DCL/61&from=EN)
    • η ακεραιότητα των δικαστικών λειτουργών είναι ιδιαίτερα σημαντική
  2. η σωματική αρτιμέλεια Βικιλεξικό
    • φοβήθηκα για την ακεραιότητά του όταν έμαθα ότι ήρθε στα χέρια με έναν παλαιστή

Ετυμολογία

ακεραιότητα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκεραιότης, από την αιτιατική ἀκεραιότητα < αρχαία ελληνική ἀκέραιος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήακεραιότηταακεραιότητες
Γενικήακεραιότηταςακεραιοτήτων
Αιτιατικήακεραιότηταακεραιότητες
Κλητικήακεραιότηταακεραιότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →