ακεραιώνω
•
- ολοκληρώνω κάτι, το κάνω να είναι πλήρες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακεραιώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ακεραιώνω | ακεραιώνεις | ακεραιώνει | ακεραιώνουμε | ακεραιώνετε | ακεραιώνουν / ακεραιώνουνε |
| Παρατατικός | ακεραίωνα | ακεραίωνες | ακεραίωνε | ακεραιώναμε | ακεραιώνατε | ακεραίωναν / ακεραιώναν / ακεραιώνανε |
| Αόριστος | ακεραίωσα | ακεραίωσες | ακεραίωσε | ακεραιώσαμε | ακεραιώσατε | ακεραίωσαν / ακεραιώσαν / ακεραιώσανε |
| Μέλλοντας | θα ακεραιώνω / θα ακεραιώσω | θα ακεραιώνεις / θα ακεραιώσεις | θα ακεραιώνει / θα ακεραιώσει | θα ακεραιώνουμε / θα ακεραιώσουμε | θα ακεραιώνετε / θα ακεραιώσετε | θα ακεραιώνουν / θα ακεραιώνουνε / θα ακεραιώσουν / θα ακεραιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ακεραιώσει | έχεις ακεραιώσει | έχει ακεραιώσει | έχουμε ακεραιώσει | έχετε ακεραιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ακεραιώσει | είχες ακεραιώσει | είχε ακεραιώσει | είχαμε ακεραιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ακεραιώσει / να ακεραιώνω / να ακεραιώσω | να έχεις ακεραιώσει / να ακεραιώνεις / να ακεραιώσεις | να έχει ακεραιώσει / να ακεραιώνει / να ακεραιώσει | να έχουμε ακεραιώσει / να ακεραιώνουμε / να ακεραιώσουμε | να έχετε ακεραιώσει / να ακεραιώνετε / να ακεραιώσετε | να ακεραιώνουν / να ακεραιώνουνε / να ακεραιώσουν / να ακεραιώσουνε |
| Προστακτική | — | ακεραίωνε / ακεραίωσε | — | — | ακεραιώνετε / ακεραιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →