Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακερικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το σφεντάμι ή προέρχεται απ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακερικός < αγγλική aceric < λατινική acer (σφεντάμι) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂ḱrós

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακερικόςακερικήακερικό
Γενικήακερικούακερικήςακερικού
Αιτιατικήακερικόακερικήακερικό
Κλητικήακερικέακερικήακερικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακερικοίακερικέςακερικά
Γενικήακερικώνακερικώνακερικών
Αιτιατικήακερικούςακερικέςακερικά
Κλητικήακερικοίακερικέςακερικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →