ακεταλδεΰδη
•
- χημείαάχρωμη οργανική ένωση (CH₃CHO) πτητική αλδεΰδη με χαρακτηριστική οσμή, που σχηματίζεται κατά την οξείδωση της αιθανόλης και συμμετέχει σε βιολογικές και χημικές διεργασίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακεταλδεΰδη < αγγλική acetaldehyde < λατινική acetum + νεολατινική alcohol dehydrogenatum < μεσαιωνική λατινική alkohol < αραβική الکح (al-kuḥl: αντιμόνιο) + αρχαία ελληνική ὕδωρ + γίγνομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακεταλδεΰδη | ακεταλδεΰδες |
| Γενική | ακεταλδεΰδης | ακεταλδεϋδών |
| Αιτιατική | ακεταλδεΰδη | ακεταλδεΰδες |
| Κλητική | ακεταλδεΰδη | ακεταλδεΰδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →