ακετονικός
•
- χημείαπου έχει σχέση με την ακετόνη, αναφέρεται σ’ αυτή ή την περιέχει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακετονικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική acetonic < acetone < λατινική acetum < aceo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂eḱ- (οξύς)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακετονικός | ακετονική | ακετονικό |
| Γενική | ακετονικού | ακετονικής | ακετονικού |
| Αιτιατική | ακετονικό | ακετονική | ακετονικό |
| Κλητική | ακετονικέ | ακετονική | ακετονικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακετονικοί | ακετονικές | ακετονικά |
| Γενική | ακετονικών | ακετονικών | ακετονικών |
| Αιτιατική | ακετονικούς | ακετονικές | ακετονικά |
| Κλητική | ακετονικοί | ακετονικές | ακετονικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →