Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακετονικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χημείαπου έχει σχέση με την ακετόνη, αναφέρεται σ’ αυτή ή την περιέχει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακετονικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική acetonic < acetone < λατινική acetum < aceo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂eḱ- (οξύς)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακετονικόςακετονικήακετονικό
Γενικήακετονικούακετονικήςακετονικού
Αιτιατικήακετονικόακετονικήακετονικό
Κλητικήακετονικέακετονικήακετονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακετονικοίακετονικέςακετονικά
Γενικήακετονικώνακετονικώνακετονικών
Αιτιατικήακετονικούςακετονικέςακετονικά
Κλητικήακετονικοίακετονικέςακετονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →