ακετύλιο
•
- χημείαχημική ρίζα με δομή –COCH₃, που προέρχεται από το οξικό οξύ και συμμετέχει σε οργανικές αντιδράσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακετύλιο < γαλλική acétyle < λατινική acetum + αρχαία ελληνική ὕλη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακετύλιο | ακετύλια |
| Γενική | ακετυλίου / ακετύλιου | ακετυλίων / ακετύλιων |
| Αιτιατική | ακετύλιο | ακετύλια |
| Κλητική | ακετύλιο | ακετύλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →