ακεφιά
•
- έλλειψη διάθεσης Βικιλεξικό
- Δε μ' έκανε καρδιά να πάγω στ' αφεντικά μου. Είχα ακεφιά και ήμουν δυσαρεστημένος με τον εαυτό μου και με τους άλλους. Κάτι δούλευε στο κεφάλι μου, και δεν ήξερα καλά να το εξηγήσω. (Πηνελόπη Δέλτα, Μάγκας, Κεφάλαιο ΚΒ, 1937)
Ετυμολογία
ακεφιά < άκεφ(ος) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακεφιά | ακεφιές |
| Γενική | ακεφιάς | ακεφιών |
| Αιτιατική | ακεφιά | ακεφιές |
| Κλητική | ακεφιά | ακεφιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →