ακηδεμόνευτος
•
- νομικός όροςπου δεν κηδεμονεύεται, που δεν βρίσκεται υπό κηδεμονία Βικιλεξικό
- μειωτικόπου μπορεί να παίρνει μόνος του τις αποφάσεις που τον αφορούν χωρίς να ακολουθεί υποδείξεις άλλων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακηδεμόνευτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκηδεμόνευτος < α- στερητικό + κηδεμονεύω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακηδεμόνευτος | ακηδεμόνευτη | ακηδεμόνευτο |
| Γενική | ακηδεμόνευτου | ακηδεμόνευτης | ακηδεμόνευτου |
| Αιτιατική | ακηδεμόνευτο | ακηδεμόνευτη | ακηδεμόνευτο |
| Κλητική | ακηδεμόνευτε | ακηδεμόνευτη | ακηδεμόνευτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακηδεμόνευτοι | ακηδεμόνευτες | ακηδεμόνευτα |
| Γενική | ακηδεμόνευτων | ακηδεμόνευτων | ακηδεμόνευτων |
| Αιτιατική | ακηδεμόνευτους | ακηδεμόνευτες | ακηδεμόνευτα |
| Κλητική | ακηδεμόνευτοι | ακηδεμόνευτες | ακηδεμόνευτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →