Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακηδεμόνευτος

/a.ci.ðeˈmo.ne.ftos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. νομικός όροςπου δεν κηδεμονεύεται, που δεν βρίσκεται υπό κηδεμονία Βικιλεξικό
  2. μειωτικόπου μπορεί να παίρνει μόνος του τις αποφάσεις που τον αφορούν χωρίς να ακολουθεί υποδείξεις άλλων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακηδεμόνευτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκηδεμόνευτος < α- στερητικό + κηδεμονεύω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακηδεμόνευτοςακηδεμόνευτηακηδεμόνευτο
Γενικήακηδεμόνευτουακηδεμόνευτηςακηδεμόνευτου
Αιτιατικήακηδεμόνευτοακηδεμόνευτηακηδεμόνευτο
Κλητικήακηδεμόνευτεακηδεμόνευτηακηδεμόνευτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακηδεμόνευτοιακηδεμόνευτεςακηδεμόνευτα
Γενικήακηδεμόνευτωνακηδεμόνευτωνακηδεμόνευτων
Αιτιατικήακηδεμόνευτουςακηδεμόνευτεςακηδεμόνευτα
Κλητικήακηδεμόνευτοιακηδεμόνευτεςακηδεμόνευτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →