ακινητοποιούμαι
•
- με ακινητοποιούν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακινητοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος ακινητοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ακινητοποιούμαι | ακινητοποιείσαι | ακινητοποιείται | ακινητοποιούμαστε | ακινητοποιείστε | ακινητοποιούνται |
| Παρατατικός | ακινητοποιούμουν | ακινητοποιούσουν | ακινητοποιούνταν | ακινητοποιούμασταν / ακινητοποιούμαστε | ακινητοποιούσασταν / ακινητοποιούσαστε | ακινητοποιούνταν |
| Αόριστος | ακινητοποιήθηκα | ακινητοποιήθηκες | ακινητοποιήθηκε | ακινητοποιηθήκαμε | ακινητοποιηθήκατε | ακινητοποιήθηκαν / ακινητοποιηθήκαν / ακινητοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα ακινητοποιηθώ / θα ακινητοποιούμαι | θα ακινητοποιείσαι / θα ακινητοποιηθείς | θα ακινητοποιείται / θα ακινητοποιηθεί | θα ακινητοποιηθούμε / θα ακινητοποιούμαστε | θα ακινητοποιείστε / θα ακινητοποιηθείτε | θα ακινητοποιηθούν / θα ακινητοποιηθούνε / θα ακινητοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω ακινητοποιηθεί | έχεις ακινητοποιηθεί | έχει ακινητοποιηθεί | έχουμε ακινητοποιηθεί | έχετε ακινητοποιηθεί | έχουν ακινητοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα ακινητοποιηθεί | είχες ακινητοποιηθεί | είχε ακινητοποιηθεί | είχαμε ακινητοποιηθεί | είχατε ακινητοποιηθεί | είχαν ακινητοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω ακινητοποιηθεί / να ακινητοποιηθώ / να ακινητοποιούμαι | να έχεις ακινητοποιηθεί / να ακινητοποιείσαι / να ακινητοποιηθείς | να έχει ακινητοποιηθεί / να ακινητοποιείται / να ακινητοποιηθεί | να έχουμε ακινητοποιηθεί / να ακινητοποιηθούμε / να ακινητοποιούμαστε | να έχετε ακινητοποιηθεί / να ακινητοποιείστε / να ακινητοποιηθείτε | να έχουν ακινητοποιηθεί / να ακινητοποιηθούν / να ακινητοποιηθούνε / να ακινητοποιούνται |
| Προστακτική | — | ακινητοποιήσου | — | — | ακινητοποιείστε / ακινητοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →