Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακινητοποιούμαι

ρήμα
•
  1. με ακινητοποιούν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακινητοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος ακινητοποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςακινητοποιούμαιακινητοποιείσαιακινητοποιείταιακινητοποιούμαστεακινητοποιείστεακινητοποιούνται
Παρατατικόςακινητοποιούμουνακινητοποιούσουνακινητοποιούντανακινητοποιούμασταν / ακινητοποιούμαστεακινητοποιούσασταν / ακινητοποιούσαστεακινητοποιούνταν
Αόριστοςακινητοποιήθηκαακινητοποιήθηκεςακινητοποιήθηκεακινητοποιηθήκαμεακινητοποιηθήκατεακινητοποιήθηκαν / ακινητοποιηθήκαν / ακινητοποιηθήκανε
Μέλλονταςθα ακινητοποιηθώ / θα ακινητοποιούμαιθα ακινητοποιείσαι / θα ακινητοποιηθείςθα ακινητοποιείται / θα ακινητοποιηθείθα ακινητοποιηθούμε / θα ακινητοποιούμαστεθα ακινητοποιείστε / θα ακινητοποιηθείτεθα ακινητοποιηθούν / θα ακινητοποιηθούνε / θα ακινητοποιούνται
Παρακείμενοςέχω ακινητοποιηθείέχεις ακινητοποιηθείέχει ακινητοποιηθείέχουμε ακινητοποιηθείέχετε ακινητοποιηθείέχουν ακινητοποιηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα ακινητοποιηθείείχες ακινητοποιηθείείχε ακινητοποιηθείείχαμε ακινητοποιηθείείχατε ακινητοποιηθείείχαν ακινητοποιηθεί
Υποτακτικήνα έχω ακινητοποιηθεί / να ακινητοποιηθώ / να ακινητοποιούμαινα έχεις ακινητοποιηθεί / να ακινητοποιείσαι / να ακινητοποιηθείςνα έχει ακινητοποιηθεί / να ακινητοποιείται / να ακινητοποιηθείνα έχουμε ακινητοποιηθεί / να ακινητοποιηθούμε / να ακινητοποιούμαστενα έχετε ακινητοποιηθεί / να ακινητοποιείστε / να ακινητοποιηθείτενα έχουν ακινητοποιηθεί / να ακινητοποιηθούν / να ακινητοποιηθούνε / να ακινητοποιούνται
Προστακτική—ακινητοποιήσου——ακινητοποιείστε / ακινητοποιηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →