ακκίζομαι
•
- λόγιοη συμπεριφορά μου χαρακτηρίζεται από ακκισμούς· κάνω νάζια ή φέρομαι με φιλαρέσκεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακκίζομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκκίζομαι
Άλλοι τύποι
ακκιζόμουν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →