Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακλεής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει κλέος ή δόξα Βικιλεξικό
  2. που δεν έχει (καλή) φήμη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακλεής < αρχαία ελληνική ἀκλεής < ἀ- + κλέος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακλεήςακλεήςακλεές
Γενικήακλεούςακλεούςακλεούς
Αιτιατικήακλεήακλεήακλεές
Κλητικήακλεή / ακλεήςακλεήςακλεές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακλεείςακλεείςακλεή
Γενικήακλεώνακλεώνακλεών
Αιτιατικήακλεείςακλεείςακλεή
Κλητικήακλεείςακλεείςακλεή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →