ακμάζω
•
- φτάνω στο ανώτερο και ακραίο σημείο της ανάπτυξής μου, βρίσκομαι στην ακμή μου (για πολιτισμούς, χώρες, οικονομίες κλπ) Βικιλεξικό
- Η Επισκοπή άκμασε κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και υπαγόταν εκκλησιαστικά στη Μητρόπολη Πέργης. Σήμερα, ο τίτλος του Επισκόπου Ανδίδων απονέμεται σε τιμητικούς αρχιερείς ή βοηθούς επισκόπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Επίσκοπος Ανδίδων εξελέγη ο αρχιμανδρίτης Ισίδωρος Κάτσος, Πρώτο Θέμα, 29/06/2026 https://www.protothema.gr/greece/article/1842675/episkopos-andidon-o-arhimandritis-isidoros-katsos/)
Ετυμολογία
ακμάζω < αρχαία ελληνική ἀκμάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ακμάζω | ακμάζεις | ακμάζει | ακμάζουμε | ακμάζετε | ακμάζουν / ακμάζουνε |
| Παρατατικός | άκμαζα | άκμαζες | άκμαζε | ακμάζαμε | ακμάζατε | άκμαζαν / ακμάζαν / ακμάζανε |
| Αόριστος | άκμασα | άκμασες | άκμασε | ακμάσαμε | ακμάσατε | άκμασαν / ακμάσαν / ακμάσανε |
| Μέλλοντας | θα ακμάζω / θα ακμάσω | θα ακμάζεις / θα ακμάσεις | θα ακμάζει / θα ακμάσει | θα ακμάζουμε / θα ακμάσουμε | θα ακμάζετε / θα ακμάσετε | θα ακμάζουν / θα ακμάζουνε / θα ακμάσουν / θα ακμάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ακμάσει | έχεις ακμάσει | έχει ακμάσει | έχουμε ακμάσει | έχετε ακμάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ακμάσει | είχες ακμάσει | είχε ακμάσει | είχαμε ακμάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ακμάσει / να ακμάζω / να ακμάσω | να έχεις ακμάσει / να ακμάζεις / να ακμάσεις | να έχει ακμάσει / να ακμάζει / να ακμάσει | να έχουμε ακμάσει / να ακμάζουμε / να ακμάσουμε | να έχετε ακμάσει / να ακμάζετε / να ακμάσετε | να ακμάζουν / να ακμάζουνε / να ακμάσουν / να ακμάσουνε |
| Προστακτική | — | άκμαζε / άκμασε | — | — | ακμάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ακμάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →