Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακοίταχτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αφρόντιστος, που δεν έχει πάει σε ειδικό (συνήθως εννοούμενο τον γιατρό) να τον κοιτάξει για να διαπιστώσει τι του συμβαίνει Βικιλεξικό
    • αρρώστησε γιατί φρόντιζε τα παιδιά της και η ίδια έμενε ακοίταχτη
  2. για πράγμα που κάποιος παρέλειψε να ελέγξει ενώ θα έπρεπε Βικιλεξικό
    • Πολλά χειρόγραφα έμειναν ακοίταχτα και είχαν παραλείψεις

Ετυμολογία

ακοίταχτος < α στερητικό + κοιτά(ζω) + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακοίταχτοςακοίταχτηακοίταχτο
Γενικήακοίταχτουακοίταχτηςακοίταχτου
Αιτιατικήακοίταχτοακοίταχτηακοίταχτο
Κλητικήακοίταχτεακοίταχτηακοίταχτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακοίταχτοιακοίταχτεςακοίταχτα
Γενικήακοίταχτωνακοίταχτωνακοίταχτων
Αιτιατικήακοίταχτουςακοίταχτεςακοίταχτα
Κλητικήακοίταχτοιακοίταχτεςακοίταχτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →