ακοίταχτος
•
- αφρόντιστος, που δεν έχει πάει σε ειδικό (συνήθως εννοούμενο τον γιατρό) να τον κοιτάξει για να διαπιστώσει τι του συμβαίνει Βικιλεξικό
- αρρώστησε γιατί φρόντιζε τα παιδιά της και η ίδια έμενε ακοίταχτη
- για πράγμα που κάποιος παρέλειψε να ελέγξει ενώ θα έπρεπε Βικιλεξικό
- Πολλά χειρόγραφα έμειναν ακοίταχτα και είχαν παραλείψεις
Ετυμολογία
ακοίταχτος < α στερητικό + κοιτά(ζω) + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακοίταχτος | ακοίταχτη | ακοίταχτο |
| Γενική | ακοίταχτου | ακοίταχτης | ακοίταχτου |
| Αιτιατική | ακοίταχτο | ακοίταχτη | ακοίταχτο |
| Κλητική | ακοίταχτε | ακοίταχτη | ακοίταχτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακοίταχτοι | ακοίταχτες | ακοίταχτα |
| Γενική | ακοίταχτων | ακοίταχτων | ακοίταχτων |
| Αιτιατική | ακοίταχτους | ακοίταχτες | ακοίταχτα |
| Κλητική | ακοίταχτοι | ακοίταχτες | ακοίταχτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →