ακοινωνησία
•
- η συμπεριφορά ή η το χαρακτηριστικό του ακοινώνητου, η απουσία συναναστροφών με άλλα άτομα Βικιλεξικό
- θρησκείαεκκλησιαστικό επιτίμιο, η απαγόρευση σε κάποιον να συμμετέχει στα μυστήρια, πράγμα που συνεπάγεται και την αποκοπή του από το σώμα της Εκκλησίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακοινωνησία < αρχαία ελληνική ἀκοινώνητος :* για τον θρησκευτικό όρο < μεσαιωνική ελληνική ἀκοινώνητος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακοινωνησία | ακοινωνησίες |
| Γενική | ακοινωνησίας | ακοινωνησιών |
| Αιτιατική | ακοινωνησία | ακοινωνησίες |
| Κλητική | ακοινωνησία | ακοινωνησίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →