Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακοινωνησία

/a.ci.no.niˈsi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η συμπεριφορά ή η το χαρακτηριστικό του ακοινώνητου, η απουσία συναναστροφών με άλλα άτομα Βικιλεξικό
  2. θρησκείαεκκλησιαστικό επιτίμιο, η απαγόρευση σε κάποιον να συμμετέχει στα μυστήρια, πράγμα που συνεπάγεται και την αποκοπή του από το σώμα της Εκκλησίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακοινωνησία < αρχαία ελληνική ἀκοινώνητος :* για τον θρησκευτικό όρο < μεσαιωνική ελληνική ἀκοινώνητος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήακοινωνησίαακοινωνησίες
Γενικήακοινωνησίαςακοινωνησιών
Αιτιατικήακοινωνησίαακοινωνησίες
Κλητικήακοινωνησίαακοινωνησίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →