Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακομμάτιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν ανήκει σε κόμμα ή που η συμπεριφορά του πάντως δεν επηρεάζεται διόλου από τις τυχόν δικές του κομματικές πεποιθήσεις, που οι ενέργειές του δεν υπαγορεύονται από τις προσωπικές του πολιτικές απόψεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακομμάτιστος < α στερητικό + κομματίζ(ομαι) + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακομμάτιστοςακομμάτιστηακομμάτιστο
Γενικήακομμάτιστουακομμάτιστηςακομμάτιστου
Αιτιατικήακομμάτιστοακομμάτιστηακομμάτιστο
Κλητικήακομμάτιστεακομμάτιστηακομμάτιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακομμάτιστοιακομμάτιστεςακομμάτιστα
Γενικήακομμάτιστωνακομμάτιστωνακομμάτιστων
Αιτιατικήακομμάτιστουςακομμάτιστεςακομμάτιστα
Κλητικήακομμάτιστοιακομμάτιστεςακομμάτιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →