ακομμάτιστος
•
- που δεν ανήκει σε κόμμα ή που η συμπεριφορά του πάντως δεν επηρεάζεται διόλου από τις τυχόν δικές του κομματικές πεποιθήσεις, που οι ενέργειές του δεν υπαγορεύονται από τις προσωπικές του πολιτικές απόψεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακομμάτιστος < α στερητικό + κομματίζ(ομαι) + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακομμάτιστος | ακομμάτιστη | ακομμάτιστο |
| Γενική | ακομμάτιστου | ακομμάτιστης | ακομμάτιστου |
| Αιτιατική | ακομμάτιστο | ακομμάτιστη | ακομμάτιστο |
| Κλητική | ακομμάτιστε | ακομμάτιστη | ακομμάτιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακομμάτιστοι | ακομμάτιστες | ακομμάτιστα |
| Γενική | ακομμάτιστων | ακομμάτιστων | ακομμάτιστων |
| Αιτιατική | ακομμάτιστους | ακομμάτιστες | ακομμάτιστα |
| Κλητική | ακομμάτιστοι | ακομμάτιστες | ακομμάτιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →