ακομοδέσιο
•
- ναυτικός όρος: ο στεγασμένος χώρος, υπερκατασκευή του πλοίου που προορίζεται για τη διαμονή πληρώματος και επιβατών, π.χ. καμπίνες, τραπεζαρίες κλπ., (που βρίσκονται πάνω από το κύριο κατάστρωμα). Βικιλεξικό
- Μόλις είχαν τελειώσει το βραδινό στο ακομοδέσιο, κι ο Αρίστος του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει στην κουβέρτα. Φόρεσαν τις λαδιές νιτσεράδες και κάλυψαν τα κεφάλια με μάλλινα σκουφιά. (Βανέσα Αδαμοπούλου, Αθώοι στον έρωτα, 2011)
- συνεκδοχικάτο υπερυψωμένο τμήμα του πλοίου που περιλαμβάνει ενδιαιτήματα, όπου κατά θέση διακρίνεται σε πρόστεγο, μεσόστεγο και επίστεγο. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακομοδέσιο < αγγλική accommodation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακομοδέσιο | ακομοδέσια |
| Γενική | ακομοδέσιου | ακομοδέσιων |
| Αιτιατική | ακομοδέσιο | ακομοδέσια |
| Κλητική | ακομοδέσιο | ακομοδέσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →