ακομπανιάρισμα
•
- μουσικήακομπανιαμέντο, μουσική συνοδεία σε τραγούδι ή σε μουσικό κομμάτι, εκτέλεση συγχορδίας από ένα ή περισσότερα άτομα Βικιλεξικό
- μεταφορικάη υποστήριξη και ενίσχυση μιας ενέργειας η οποία συνήθως συναντά ενστάσεις ή αντιδράσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακομπανιάρισμα < (ακομπανιάρω) ακομπανιαρισ- + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακομπανιάρισμα | ακομπανιαρίσματα |
| Γενική | ακομπανιαρίσματος | ακομπανιαρισμάτων |
| Αιτιατική | ακομπανιάρισμα | ακομπανιαρίσματα |
| Κλητική | ακομπανιάρισμα | ακομπανιαρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →