Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακομπλάριστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν κομπλάρει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακομπλάριστος < α- + κομπλάρω + -τος < γαλλική combler < λατινική cumulare, απαρέμφατο ενεστώτα τού cumulo < cumulus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ku-m-olo < *ḱewh₁-

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακομπλάριστοςακομπλάριστηακομπλάριστο
Γενικήακομπλάριστουακομπλάριστηςακομπλάριστου
Αιτιατικήακομπλάριστοακομπλάριστηακομπλάριστο
Κλητικήακομπλάριστεακομπλάριστηακομπλάριστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακομπλάριστοιακομπλάριστεςακομπλάριστα
Γενικήακομπλάριστωνακομπλάριστωνακομπλάριστων
Αιτιατικήακομπλάριστουςακομπλάριστεςακομπλάριστα
Κλητικήακομπλάριστοιακομπλάριστεςακομπλάριστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →