Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακομπλεξάριστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει κόμπλεξ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακομπλεξάριστος < α- στερητικό + κομπλεξάρω, κομπλεξαρισ- + -τος & απόδοση για τη γαλλική décomplexé → δείτε και τη λέξη κόμπλεξ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακομπλεξάριστοςακομπλεξάριστηακομπλεξάριστο
Γενικήακομπλεξάριστουακομπλεξάριστηςακομπλεξάριστου
Αιτιατικήακομπλεξάριστοακομπλεξάριστηακομπλεξάριστο
Κλητικήακομπλεξάριστεακομπλεξάριστηακομπλεξάριστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακομπλεξάριστοιακομπλεξάριστεςακομπλεξάριστα
Γενικήακομπλεξάριστωνακομπλεξάριστωνακομπλεξάριστων
Αιτιατικήακομπλεξάριστουςακομπλεξάριστεςακομπλεξάριστα
Κλητικήακομπλεξάριστοιακομπλεξάριστεςακομπλεξάριστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →