ακομπλεξάριστος
•
- που δεν έχει κόμπλεξ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακομπλεξάριστος < α- στερητικό + κομπλεξάρω, κομπλεξαρισ- + -τος & απόδοση για τη γαλλική décomplexé → δείτε και τη λέξη κόμπλεξ
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακομπλεξάριστος | ακομπλεξάριστη | ακομπλεξάριστο |
| Γενική | ακομπλεξάριστου | ακομπλεξάριστης | ακομπλεξάριστου |
| Αιτιατική | ακομπλεξάριστο | ακομπλεξάριστη | ακομπλεξάριστο |
| Κλητική | ακομπλεξάριστε | ακομπλεξάριστη | ακομπλεξάριστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακομπλεξάριστοι | ακομπλεξάριστες | ακομπλεξάριστα |
| Γενική | ακομπλεξάριστων | ακομπλεξάριστων | ακομπλεξάριστων |
| Αιτιατική | ακομπλεξάριστους | ακομπλεξάριστες | ακομπλεξάριστα |
| Κλητική | ακομπλεξάριστοι | ακομπλεξάριστες | ακομπλεξάριστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →