Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακονάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ερπετολογίαάποδο ερπετό (Anguis fragilis, Anguis graeca) που μοιάζει με φίδι, αλλά είναι σαύρα, ζει στα Βαλκάνια και συχνά απαντάται σε υγροτοπικά ή δασώδη περιβάλλοντα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακονάκι <μεσαιωνική ελληνική ἀκόνι < ελληνιστική κοινή ἀκόνιον < αρχαία ελληνική ἀκόνη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήακονάκιακονάκια
Γενική——
Αιτιατικήακονάκιακονάκια
Κλητικήακονάκιακονάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →